προσευκτήριον

προσευκτήριον
το см. προσευχητήριο[ν]

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "προσευκτήριον" в других словарях:

  • προσευκτήριον — place of prayer neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσευκτηρίοις — προσευκτήριον place of prayer neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσευκτηρίων — προσευκτήριον place of prayer neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • προσευκτήρια — προσευκτήριον place of prayer neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ORATORIUM — I. ORATORIUM Congregatio sacra, in Communione Romana a Philippo Nerio Florentino, Romae in stituta, et approbata a Gregorio XIII. A. C. 1575. a Paulo V. confirmata, A. C. 1612. Hinc Cardin. Baronius, inter alios prodiit. Item alia Congrega io,… …   Hofmann J. Lexicon universale

  • προσευκτήριο — το / προσευκτήριον, ΝΜΑ βλ. προσευκτήριος …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»